ἑπτακαιεικοσαέτης

ἑπτᾰκαιεικοσα-έτης, ες,
A twenty-seven years old, D.H.4.7, etc.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • επτακαιεικοσαέτης — ἑπτακαιεικοσαέτης, και ἑπτακαιεικοσέτης, ες (Α) ηλικίας είκοσι επτά ετών …   Dictionary of Greek

  • επταεικοσέτης — ες βλ. επτακαιεικοσαέτης …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.